Μήπως έχουμε χάσει την ψυχή μας ;
Η Εφηβεία ως εξελικτική φάση αποτελεί την μεταβατική περίοδο μεταξύ της παιδικής οργάνωσης και λειτουργίας του ψυχισμού και της κατάληξης στην ενήλικη προσωπικότητα. Τα κεντρικά θέματα που την χαρακτηρίζουν, και που γι’ αυτό συχνά αποκαλείται δεύτερη φάση διεργασίας αποχωρισμού και εξατομίκευσης, αποτελούν την κατάκτηση της αυτονομίας της ύπαρξης και την δόμηση ταυτότητας. Η καταφυγή στην ομάδα των συνομηλίκων θα υποστηρίξει την απομάκρυνση από τους εξαρτητικούς και αιμομεικτικούς δεσμούς με τους γονείς και θα διευκολύνει την αυτονόμηση από την πυρηνική οικογένεια. Όλα αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι η παιδική ηλικία δεν θα έχει αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες, θα έχει υπάρξει η δυνατότητα συγκρότησης και δημιουργίας ενός εαυτού ικανού να βιώνει επιτυχίες και να αντέχει ματαιώσεις. Αν δεν υπήρξε περιβάλλον βοηθητικό και σταθερό, ένα περιβάλλον που να κατανοεί τις δυσκολίες και να τις μεταβολίζει ώστε το παιδί να δομήσει τον ψυχισμό του και να αναπτύξει τον δικό του εαυτό, την αυτονομία του, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα, τότε οι δυσκολίες θα επανέρχονται ζητώντας λύση και θα εκφράζονται επαναληπτικά με επιτακτικούς και συχνά προκλητικούς τρόπους. Με τρόπους που άλλοτε είναι θορυβώδεις και φανεροί, όπως βία προς τον εαυτό η προς τους άλλους, χρήση ουσιών, παραβατικότητα και άλλοτε ταλανίζουν τον ψυχισμό και οδηγούν στην απόσυρση, στην απομόνωση και στην διακοπή της επικοινωνίας με τους άλλους.
Οι τεράστιες κοινωνικοπολιτισμικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων, η οικονομική ανισότητα, η αποξένωση, ο άκρατος ανταγωνισμός και η επικράτηση της καταναλωτικής στάσης ζωής δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ψυχική εξελικτική πορεία των παιδιών και των εφήβων. Το σημαντικό θέμα που προβληματίζει είναι οι αλλαγές που έχουν υποστεί – μέσα στις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες – η οικογένεια και το σχολείο, οι θεσμοί δηλαδή που καλούνται να εμπεριέξουν και να εγγυηθούν την ύπαρξη εκείνου του περιβάλλοντος που θεωρείται απαραίτητο για την εδραίωση της ψυχικής υγείας.
Οικογένεια σημαίνει έχω ένα σπίτι, έχω ρίζες, έχω ένα σταθερό πλαίσιο, σταθερές και ουσιαστικές σχέσεις. Σημαίνει ανήκω κάπου και με βάση αυτό μπορώ να περιπλανηθώ, να δοκιμάσω, να συγκριθώ, να συγκρουστώ. Έχω την βάση, το πλαίσιο που θα με μάθει ότι δεν μπορώ να τα έχω όλα, δεν μπορώ να τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα απολαμβάνω όλα. Αναρωτιέται όμως κανείς πως μπορεί να ανταποκριθεί σε όλα αυτά ένα παιδί ή ένας έφηβος, αν το μήνυμα που επικρατεί στον κοινό λόγο και η απάντηση σε όσα προανέφερα είναι «γιατί όχι;», με παράλληλη αδυναμία συνοδείας στις εξερευνητικές και συχνά αγωνιώδεις ψυχικές διαδρομές.
Πώς θα δομηθούν τα όρια; Πώς θα γίνει αποδεκτή η έλλειψη, η αδυναμία, η παραίτηση, η γενεαλογική διαφορά και ό,τι αυτή συνεπάγεται; Ποιος θα ακούσει, ποιος θα εξασφαλίσει την συνοχή και την συγκρότηση, ποιος θα θέσει τον Νόμο; Όταν γονείς και σχολείο δίνουν τόση αξία στις επιδόσεις και στην επιτυχία αγνοώντας, σε μεγάλο βαθμό, την ψυχική κατάσταση των παιδιών και των εφήβων, το τι οι ίδιοι θέλουν και μπορούν, όταν γονείς και σχολείο προτρέπουν και υποστηρίζουν την μελέτη κυρίως με ωφελιμιστικό προσανατολισμό και όχι για την γνώση και την σκέψη, όταν γονείς και δάσκαλοι διαπραγματεύονται με τα παιδιά και τους εφήβους ως ισότιμοι, ποιος θα θέσει τα όρια;
Τονίζω την απουσία ύπαρξης ενός πλαισίου ικανού να συγκρατεί και να οριοθετεί, να ακούει και να κατανοεί, να απαγορεύει όταν πρέπει χωρίς να φοβάται, να νοηματοδοτεί τα όσα συμβαίνουν και να αποδίδει ευθύνες και συνέπειες. Αναφέρομαι στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινότητα.
Τι μπορούμε να πούμε και τι μπορούμε να κάνουμε; Επιμένω ότι η σχέση γονιών-παιδιών δεν είναι συμμετρική, δεν είναι σχέση φιλική. Όμως, παρά τις δυσκολίες που παιδιά και έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν, οι γονείς και η σημερινή κοινωνία προτρέπουν και ζητούν κυρίως ατομικούς, ωφελιμιστικούς στόχους, προς κατάκτηση υπεροχής και εξουσίας, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση των ψυχικών λειτουργιών αλλά και την αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών. Γονείς και δάσκαλοι μοιάζει να αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις αγωνίες, τις δυσκολίες, τους φόβους, το άγχος που κατακλύζουν τον ψυχισμό των παιδιών, υποτιμούν ορισμένα λόγια ή ορισμένες συμπεριφορές, και, με ευκολία, όλα αποδίδονται στην Εφηβεία. Και ενώ η τεχνολογία και η επιστήμη προοδεύουν στην γνώση του πραγματικού, ο ανθρώπινος ψυχισμός αγνοείται αλλά και εμποδίζεται στην λειτουργία του και στην δομή του, καθώς έχει να αντιμετωπίσει μια συνεχή ρευστότητα και αβεβαιότητα . Η Ψυχή δεν μοιάζει να απασχολεί την σημερινή κοινωνία. Όλα επιτρέπονται και όλα είναι εφικτά στοχεύοντας στην ατομική επιτυχία. Το όριο ωθείται στο άπειρο. Αυτή η επικράτηση της άρνησης των ορίων συναντά το άγνωστο και το χαοτικό εντός του ψυχισμού, ενισχύοντας τις τάσεις παντοδυναμίας, ενώ παράλληλα η κατάλυση και η παρακμή της πατρικής εξουσίας –του Νόμου– ακυρώνει τις όποιες προσπάθειες επιβολής περιορισμού των επιθυμιών. Ενισχυτικό ρόλο σε όλα αυτά αποτελεί η καταφυγή στην εικονική πραγματικότητα, καθώς εκεί η πραγματικότητα ορίζεται όπως κανείς θέλει. Αρκεί ένα κλικ και η μητέρα-οθόνη είναι στην διάθεση τους, μπορούν να την μεταχειριστούν όπως ακριβώς θέλουν. Αλήθεια πού πήγαν οι αγκαλιές, τα φιλιά, το παιχνίδι, η τεμπελιά, ο ελεύθερος χρόνος; Πώς γέμισε ο χρόνος με υποχρεώσεις, δραστηριότητες, μαζικές συναντήσεις στους παιδοτόπους;
Άλλαξε πολύ και γρήγορα ο κόσμος. Τόσο πολύ και τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνει κανείς να αισθανθεί και να κατανοήσει το νόημα αυτών των αλλαγών.
Μοιάζει να έχει χαθεί ο δρόμος. Οικογένεια, σχολείο, κοινότητα αδυνατούν να παρακολουθήσουν δημιουργικά τα γεγονότα και τα παιδιά κινούνται σε άγνωστες εσωτερικές διαδρομές χωρίς πυξίδα. Η πλέον αποτελεσματική μέθοδος μοιάζει να είναι η υποστήριξη των σχέσεων γονιών-παιδιών, η παρουσία, η κατανόηση, η συνεχής διαθεσιμότητα και μια ουσιαστική προσπάθεια συνάντησης με την ψυχική τους πραγματικότητα.
Ειρήνη Τσανίρα
Παιδοψυχίατρος – Ψυχίατρος
Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιών και Εφήβων

